
Το Κάστρο της Λευκάδας δεν απειλείται απλώς με απομόνωση από την πόλη και τους κατοίκους της. Κατά την άποψή μου, απειλείται με αλλοίωση της ταυτότητάς του και μετατροπή του από ιστορικό και κοινωνικό χώρο σε επενδυτικό προϊόν.
Η πώληση του παλιού οινοποιείου του ΤΑΟΛ έναντι 1.275.000 ευρώ αποτελεί γεγονός. Πρόκειται για ανείπωτη ντροπή την όποια βιώνει το νησί μας, το οποίο βρίσκεται στην μεγαλύτερη πνευματική και πολιτιστική παρακμή της σύγχρονης ιστορίας του.
Η πώληση του οινοποιείου του ΤΑΟΛ, η πιθανή παραχώρηση και του τουριστικού περιπτέρου, σε συνδυασμό με τα δύο αγορασμένα ήδη οικόπεδα από την ίδια εταιρεία, δημιουργεί –κατά τη γνώμη μου– ένα ενιαίο μέτωπο υψηλής εμπορικής αξίας, το οποίο κινδυνεύει να αποκοπεί από τον ιστορικό και κοινωνικό ιστό της πόλης.
Δεν πρόκειται απλώς για μεταβίβαση ακινήτων. Πρόκειται για μεταβολή χρήσης, χαρακτήρα και ρόλου ενός ολόκληρου τμήματος της Λευκάδας.
Η αυταπάτη του ερειπίου
Με την πώληση του οινοποιείου ακούστηκε το επιχείρημα ότι «τουλάχιστον φεύγει το ερείπιο». Το ίδιο ακούγεται και για το τουριστικό περίπτερο.
Η απάντηση είναι σαφής: πρόκειται για υποκρισία και επιλεκτική ευαισθησία. Την ώρα που κάποιοι επικαλούνται την «αισθητική αποκατάσταση» του Κάστρου, παρακολουθούν αδρανείς τη συνολική υποβάθμιση του νησιού. Ο δημόσιος και ιδιωτικός φυσικός χώρος παραδίδεται σταδιακά: βουνά, χωράφια ισοπεδώνονται. Τα υπόσκαφα ξεκοιλιάζουν τα βουνά δημιουργώντας βίλες, πισίνες και γυάλινα μπαλκόνια. Η πόλη συγκαταλέγεται πλέον στις πιο άναρχες και βρώμικες στην Ελλάδα, χωρίς σαφές πλαίσιο κανόνων. Την ίδια στιγμή, η παραδοσιακή αρχιτεκτονική της πόλης υποχωρεί με ταχύτατους ρυθμούς, αλλοιώνοντας οριστικά την ταυτότητα του τόπου.
Τι είδους «ανάπτυξη»;
Σύμφωνα με δημόσια διαθέσιμες πληροφορίες, η εταιρεία που απέκτησε το ακίνητο δραστηριοποιείται στον τομέα της ανάπτυξης, αξιοποίησης και διαχείρισης ακινήτων.
Αυτό, από μόνο του, δεν συνιστά κάτι επιλήψιμο ή παράνομο.
Ωστόσο, το συγκεκριμένο επιχειρηματικό μοντέλο, όπως εφαρμόζεται διεθνώς, βασίζεται συχνά στη δημιουργία υπεραξίας με τελικό στόχο τη μεταπώληση.
Κατά την άποψή μου, αυτό δημιουργεί εύλογα ερωτήματα για το «ποιος τελικά θα ελέγχει τον χώρο» και ποια θα είναι η σχέση του με την τοπική κοινωνία.
Τι έχει δημοσιευτεί για προηγούμενα έργα της ίδιας εταιρείας
Σύμφωνα με δημοσιεύματα πανελλαδικών μέσων ενημέρωσης, η ίδια εταιρεία έχει αναφερθεί σε υπόθεση μεγάλης τουριστικής επιχείρησης στη Μύκονο.
Σε άρθρο του «in.gr» (20/2/2020) γίνεται λόγος για εκτεταμένες οικοδομικές παραβάσεις στην παραλία Ψαρού, στο πλαίσιο έργου που συνδέεται με την ίδια εταιρεία. (1)
Σε μεταγενέστερο δημοσίευμα της «Καθημερινής» (2022) αναφέρεται ότι το συγκεκριμένο ξενοδοχειακό συγκρότημα της Μυκόνου πωλήθηκε σε εταιρεία αραβικών συμφερόντων.(2)
(Τα στοιχεία αυτά παρατίθενται «αποκλειστικά ως αναφορά σε δημοσιευμένες πληροφορίες» και όχι ως αξιολογική κρίση ή κατηγορία.)
Κατά την προσωπική μου εκτίμηση, τα δημοσιεύματα αυτά ενισχύουν τον προβληματισμό για το πώς μεγάλοι ιστορικοί ή τουριστικοί χώροι μπορούν να μετατραπούν σε επενδυτικά assets που αλλάζουν χέρια, χωρίς ουσιαστικό δεσμό με τον τόπο.
Το πραγματικό διακύβευα
Δεν είναι ζήτημα επενδύσεων ή μη επενδύσεων. Είναι ζήτημα ορίων.
Όταν ιστορικοί χώροι μετατρέπονται αποκλειστικά σε οικονομικά προϊόντα, χάνεται η σύνδεσή τους με την κοινωνία που τους δημιούργησε.
Η Λευκάδα αξίζει ανάπτυξη που να σέβεται την ιστορία, την αισθητική και την κοινωνική συνοχή της.
Η συζήτηση για το Κάστρο δεν αφορά ένα ακίνητο. Αφορά το ποιοι είμαστε, ποια πόλη θέλουμε και τι μέλλον ετοιμάζουμε για τα παιδιά μας.
Σχόλια